-
-
Νέα Ελλη -
-
11
|Ester 1:11|
να φερωσι την Αστιν την βασιλισσαν ενωπιον του βασιλεως, μετα του βασιλικου διαδηματος, δια να δειξη το καλλος αυτης εις τους λαους και εις τους αρχοντας· διοτι ητο ωραια την οψιν.
-
12
|Ester 1:12|
Η βασιλισσα ομως Αστιν ηρνηθη να ελθη κατα την προσταγην του βασιλεως, την δια των ευνουχων. Οθεν ο βασιλευς εθυμωθη σφοδρα, και η οργη αυτου εξηφθη εν εαυτω.
-
13
|Ester 1:13|
Τοτε ειπεν ο βασιλευς προς τους σοφους, τους γνωριζοντας τους καιρους· διοτι τοιαυτη ητο η συνηθεια του βασιλεως προς παντας τους γνωριζοντας τον νομον και την κρισιν·
-
14
|Ester 1:14|
πλησιον δε αυτου ητο ο Καρσενα, ο Σεθαρ, ο Αδμαθα, ο Θαρσεις, ο Μερες, ο Μαρσενα και ο Μεμουκαν, οι επτα αρχοντες της Περσιας και της Μηδιας, οιτινες εβλεπον το προσωπον του βασιλεως και ειχον την προεδριαν εν τω βασιλειω·
-
15
|Ester 1:15|
Τι αρμοζει να καμωμεν προς την βασιλισσαν Αστιν κατα τον νομον, διοτι δεν εξετελεσε την δια των ευνουχων προσταγην του βασιλεως Ασσουηρου;
-
16
|Ester 1:16|
Και απεκριθη ο Μεμουκαν ενωπιον του βασιλεως και των αρχοντων, Η βασιλισσα Αστιν δεν ημαρτησε μονον εις τον βασιλεα, αλλα και εις παντας τους αρχοντας και εις παντας τους λαους τους εν πασαις ταις επαρχιαις του βασιλεως Ασσουηρου·
-
17
|Ester 1:17|
διοτι η πραξις της βασιλισσης θελει διαδοθη εις πασας τας γυναικας, ωστε θελουσι καταφρονει τους ανδρας αυτων εμπροσθεν των οφθαλμων αυτων, οταν διαφημισθη οτι ο βασιλευς Ασσουηρης προσεταξε την βασιλισσαν Αστιν να φερθη ενωπιον αυτου, και δεν ηλθε·
-
18
|Ester 1:18|
και την σημερον αι δεσποιναι της Περσιας και της Μηδιας, οσαι ηκουσαν περι της πραξεως της βασιλισσης, θελουσι λαλησει ουτω προς παντας τους αρχοντας του βασιλεως· εντευθεν μεγαλη περιφρονησις και οργη·
-
19
|Ester 1:19|
εαν λοιπον ηναι αρεστον εις τον βασιλεα, ας εξελθη παρ' αυτου βασιλικη διαταγη, και ας γραφη μεταξυ των νομων των Περσων και των Μηδων, δια να ηναι αμεταθετος, να μη ελθη πλεον η Αστιν ενωπιον του βασιλεως Ασσουηρου· και ας δωση ο βασιλευς την βασιλικην αυτης αξιαν εις αλλην καλητεραν αυτης·
-
20
|Ester 1:20|
και οταν το προσταγμα του βασιλεως, το οποιον θελει καμει, δημοσιευθη δια παντος του βασιλειου αυτου, διοτι ειναι μεγα, πασαι αι γυναικες θελουσιν αποδιδει τιμην εις τους ανδρας αυτων, απο μεγαλου εως μικρου.
-
-
Sugestões

Clique para ler Eclesiastes 9-12
20 de julho LAB 567
DESTINO BOM
Eclesiastes 09-12
Se, atualmente, existisse inferno (um lugar para onde as pessoas más já estivessem indo assim que morressem) precisaríamos riscar fora um versículo da leitura bíblica de hoje: Eclesiastes 12:7, que nos ensina sobre o estado do homem, quando morrer: “o pó volte à terra, de onde veio, e o espírito volte a Deus, que o deu.” Esse verso nos dá uma clara evidência de que não existe inferno.
Mas como assim? Esse verso está se referindo a todos os seres humanos. Tanto o justo quanto o ímpio, quando morrem, têm o mesmo destino. Ou seja, o pó (o corpo) do ímpio vai para a terra, quando ele morre, e o espírito dele vai para Deus, assim como acontece com o justo. Talvez você pergunte: “Como pode ser isso? A alma da pessoa má vai para o Céu também?” É aí que vem o ponto “X” do entendimento desse verso: quem disse que o ser humano tem uma alma? O ser humano não TEM alma. Cada pessoa É uma alma.
Aqui em Eclesiastes 12:7, a palavra espírito, no original hebraico, é “ruah”, e significa “vento”, “fôlego de vida”. É a mesma palavra que está em Genesis 2:7, quando Deus soprou no nariz de Adão, o “ruah”, ou seja, o sopro, o vento, o fôlego de vida. O interessante é que em nenhum lugar a Bíblia ensina que “ruah” seja uma entidade, ou tenha uma identidade ou uma inteligência. Tanto é que até os animais também têm “ruah”. No original hebraico, em Eclesiastes 3:19-21, a mesma palavra – ruah – é usada para referir-se ao espírito dos animais. Então um cachorro, uma vaca, um cavalo, também teriam uma alma que vai pro Céu ou pro inferno? Não tem como, percebe? Porque o “ruah” dos animais, que é igual ao do ser humano, nada mais é do que a respiração, o fôlego, sopro, um ar em movimento.
Então, a explicação do que Eclesiastes 12:7 está dizendo é a seguinte: quando alguém morre, o corpo apodrece, e o vento de sua respiração, o fôlego, volta para a atmosfera que pertence a Deus. É apenas isso. Entendeu? Fácil, não é? E aí, é claro, quando Jesus voltar, na ressurreição, Deus vai nos recriar, com carne e osso novamente, e nós vamos para o Céu, viver com Ele para sempre (1Coríntios 15 e 1Tessalonicenes 4).
Portanto, o que faz parte da nossa esperança é a ressurreição. De acordo com o final de Eclesiastes, se aceitarmos a bondade de Deus enquanto estamos vivendo esta vida, nosso destino, quando ressuscitarmos, será um destino bom. Isso é o que desejo para você. Vamos viver no Céu para sempre?
Valdeci Júnior
Fátima Silva